Ότι θέλετε να μάθετε για τα συνταξιοδοτικά των Εκπαιδευτικών


ΝΕΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

Προκαταβολή σύνταξης
για τους υπαλλήλους του Δημοσίου που αποχωρούν της υπηρεσίας λόγω συνταξιοδότησης
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΜΕΝΕΣ ΠΡΟΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ
(Πλήρης σύνταξη στα 55 για εκπαιδευτικούς με 30 χρόνια υπηρεσία – για διορισμούς έως 31/12/1982)
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

ΠΛΗΡΗΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΑ ΤΩΝ Δ. Υ.

600.000 ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ ΕΞΟΔΟ ΜΕ ΜΕΙΩΜΕΝΑ ΟΡΙΑ

Στους εργαζομένους στο Δημόσιο ισχύουν δύο βασικοί τρόποι υπολογισμού της σύνταξης.
Ο πρώτος
αφορά εκείνους που όλος ο ασφαλιστικός τους βίος διανύθηκε στο Δημόσιο αλλά και συγκεκριμένες περιπτώσεις εργαζομένων που παρόλο ότι άλλαξαν φορέα έχουν κι αυτοί την ίδια αντιμετώπιση.
Ο δεύτερος τρόπος αφορά όσους πριν από την ένταξή τους στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου είχαν ασφαλιστεί σε άλλους φορείς του ιδιωτικού τομέα, είτε μισθωτών είτε ελεύθερων επαγγελματιών, και πρόκειται για την εφαρμογή των διατάξεων της διαδοχικής ασφάλισης.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΙΣ ΠΙΟ ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΑ!

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟΝ ΠΛΗΡΗ ΟΔΗΓΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ… ΠΟΥ; ΠΟΤΕ; ΠΩΣ;

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ!

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΓΟΝΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΠΟΥΔΕΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

1. Συνταξιοδοτική νομοθεσία: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

2. Οδηγός του ΙΠΕΜ-ΔΟΕ για τα ασφαλιστικά-συνταξιοδοτικά θέματα εκπαιδευτικών: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

3. Ενημέρωση για το νέο ασφαλιστικό: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

4. Πώς διαμορφώνεται η Κύρια σύνταξη: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

5. Οι καθαρές αποδοχές του επιδόματος θέσης ευθύνης στη σύνταξη: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

6. Τι ισχύει στους εκπαιδευτικούς μετά την ψήφιση του νέου νόμου για το ασφαλιστικό: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

7. Διευκρινίσεις για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

8. Οι νέες μισθολογικές-συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις – Τα νέα ποσά του εφάπαξ: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

9. Οδηγίες του Υπουργείου Οικονομικών για την εφαρμογή της ασφαλιστικής νομοθεσίας: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

10. Σύστημα υπολογισμού του ποσού της σύνταξης που θα λάβετε: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

11. Πίνακες με τα ποσά του εφάπαξ για όσους αποχώρησαν έως 31-9-2012: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ!

Όσα πρέπει να ξέρουν οι εκπαιδευτικοί για τις συνταξιοδοτήσεις


Σε λίγες μέρες και συγκεκριμένα στα διάστημα από 20-30 Απρίλη θα υποβληθούν οι αιτήσεις των εκπαιδευτικών για παραίτηση από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης. Στα πλαίσια αυτά ο αιρετός στο ΚΥΣΔΕ κ. Κορδής απέστειλε το ενημερωτικό που ακολουθεί παρατίθενται κάποιες χρηστικές πληροφορίες. Ας δούμε αρχικά τις περιπτώσεις παραιτήσεων:

Αυτοδίκαιες απολύσεις λόγω τριακονταπενταετίας και ορίου ηλικίας εκπαιδευτικών :
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 155 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007 ΦΕΚ τ. Α’ 26/9-2-2007) :

1. Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του.

2. Κατ’ εξαίρεση ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας του και τριάντα πέντε (35) ετών πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας.

Αν ο υπάλληλος, κατά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του δεν έχει συμπληρώσει τριάντα πέντε (35) ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία, παρατείνεται η παραμονή του στην υπηρεσία έως τη συμπλήρωση της υπηρεσίας αυτής και πάντως όχι πέραν του 67ου έτους της ηλικίας του.

3. Ως ημέρα γέννησης, για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων, θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης.

4. Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία θεωρείται κάθε υπηρεσία που έχει παρασχεθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α. με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή που αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία με βάση ειδικές διατάξεις. Ο χρόνος στράτευσης πριν από την έναρξη της υπαλληλικής σχέσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 4 παρ. 1 του Ν. 3687/2008, οι κατά το άρθρο 155 του Υπαλληλικού Κώδικα απολύσεις λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετούς υπηρεσίας, για τους εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, πραγματοποιούνται στο τέλος του διδακτικού έτους, από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας και της τριακονταπενταετούς υπηρεσίας.

Μετά τα ανωτέρω, στο τέλος του διδακτικού έτους 2014-2015 (30-6-2015) θα απολυθούν αυτοδίκαια, λόγω συμπλήρωσης 35 ετών πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας και του 60ου έτους της ηλικίας, όσοι γεννήθηκαν μέχρι και το έτος 1954 και έχουν μέχρι 30-6-2015 τριάντα πέντε (35) έτη πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας Εάν η 35ετία συμπληρώνεται από 1-7-2015 έως 31-8-2015 απολύονται την ημερομηνία συμπλήρωσης αυτής (θεωρείται και τελευταία εργάσιμη ημέρα), ανεξάρτητα αν συμπίπτει με αργία (παράδειγμα : εκπαιδευτικός που γεννήθηκε μέχρι το έτος 1954 και συμπληρώνει την 35ετία στις 27-7-2015, απολύεται στις 27-7-2014).

Σημειώνεται ότι κατά τη διαδικασία αυτοδίκαιης απόλυσης των υπαλλήλων λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 1 του Ν. Δ. 4352/1964, όπως επανήλθε σε ισχύ και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1232/1982 (Φ.Ε.Κ. 22 τ.Α΄/25-2-1982), σύμφωνα με τις οποίες, τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από τη συμπλήρωση των 35 ετών πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας του υπαλλήλου, εκδίδεται και κοινοποιείται σ’ αυτόν πράξη με την οποία βεβαιώνεται αιτιολογημένα ο χρόνος υπηρεσίας που συμπληρώνει ο υπάλληλος με τη λήξη του τριμήνου αυτού. Σε περίπτωση που το Δημόσιο ή ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος αμφισβητεί τη βεβαιούμενη με την ανωτέρω πράξη πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία, μπορεί για την άρση της αμφισβήτησης αυτής να καταθέσει, μέσα σε 10 ημέρες από την κοινοποίηση της ως άνω πράξης, αίτησή του στο αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Γ΄ Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου).

Στην περίπτωση απόλυσης λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας οι διαπιστωτικές πράξεις εκδίδονται από τον οικείο Διευθυντή Εκπαίδευσης (παρ. 6 του άρ. 19 και παρ. 25 του άρ. 24 της με αριθ. Φ.353.1/324/105657/Δ1/8-10-2002 – Φ.Ε.Κ. 1340/τ. Β΄/ 16-10-2002).

Οι πράξεις με τις οποίες θα διαπιστώνεται η συμπλήρωση της 35ετίας και του 60ου έτους της ηλικίας, μέχρι 30-6-2015 ή μέχρι 31-8-2015, θα εκδοθούν και θα κοινοποιηθούν στους εκπαιδευτικούς που εμπίπτουν στις ανωτέρω περιπτώσεις, εντός του Μαρτίου του 2015, προκειμένου να καταθέσουν, σε περίπτωση αμφισβήτησης, στο Γ΄ Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (δια της Υπηρεσίας μας) σχετική αίτηση, μέσα σε 10 ημέρες από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης.

Όσοι εκπαιδευτικοί συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας και δεν έχουν συμπληρώσει τριάντα πέντε (35) έτη πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας, παραμένουν στην Υπηρεσία μέχρι τη συμπλήρωση της τριακονταπενταετίας και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της συμπλήρωσης του 67ου έτους της ηλικίας τους, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθ. 4 παρ. 1 του Ν. 3687/2008.

Με το άρθ. 33 (υποπαράγραφος 1β εδάφιο πρώτο) του Ν. 4024/2011, καταργήθηκε η διάταξη του άρθ. 10 παρ. 19 του Ν. 3863/2010 και κατά συνέπεια δεν υπάρχει δυνατότητα υποβολής αίτησης για παραμονή στην Υπηρεσία, μετά τη συμπλήρωση 35 ετών πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας και του 60ου έτους της ηλικίας. Σημειώνεται ότι η διάταξη της παρ. 1γ του άρθρου 33 του Ν. 4024/2011 (35ετία και 55ο έτος της ηλικίας μέχρι 31-12-2013) δεν έχει εφαρμογή στους εκπαιδευτικούς (άρθρο 33, παρ. 7 του Ν. 4024/2011).

Β. Αιτήσεις παραίτησης εκπαιδευτικών :
1. Οι αιτήσεις παραίτησης υποβάλλονται, γίνονται αποδεκτές και λύεται η υπαλληλική σχέση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 148 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007 – ΦΕΚ τ. Α΄ 26/9-2-2007)

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 (παρ. 2) του Ν. 3687/2008, όπως τροποποιήθηκε – συμπληρώθηκε με την παρ. 6 εδάφιο β του άρθ. 329 του Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ τ. Α΄ 86/11-4-2012) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 (παρ. 20) του Ν. 4186/2013 (ΦΕΚ τ. Α΄ 193/17-9-2013) : «Οι αιτήσεις παραίτησης των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που υποβάλλονται μετά την 31η Μαΐου, καθώς και κατά τη διάρκεια του αμέσως επόμενου διδακτικού έτους, γίνονται αποδεκτές με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από γνώμη των Κεντρικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων (Κ.Υ.Σ.Π.Ε., Κ.Υ.Σ.Δ.Ε.), για εξαιρετικούς λόγους, όπως βαριές και δυσίατες ασθένειες, οι οποίες αποδεικνύονται από πιστοποιητικά Υγειονομικής Επιτροπής ή Δημόσιου Νοσοκομείου, ή για ιδιαίτερα σοβαρούς οικογενειακούς λόγους. Αίτηση παραίτησης μόνιμου εκπαιδευτικού πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που υποβάλλεται το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέση, με το τέλος του διδακτικού έτους.»

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 148 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007 ΦΕΚ τ. Α’ 26/9-2-2007) α. αίρεση, όρος ή προθεσμία στην αίτηση παραίτησης θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί (παρ. 1)  β. η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί, εάν κατά την υποβολή της ισχύουν τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 και γ. ο υπάλληλος που έχει τις υποχρεώσεις του άρθρου 58 (παρ. 3) του Υπαλληλικού Κώδικα, δεν έχει δικαίωμα να παραιτηθεί πριν λήξει ο χρόνος που ορίζεται στη διάταξη αυτή. Η ανωτέρω διάταξη αφορά το χρόνο εκπαιδευτικής άδειας και σύμφωνα με το άρθρο 36 (παρ. 21) του Ν. 4186/2013, ο χρόνος υποχρέωσης παραμονής στην Υπηρεσία καθορίστηκε ίσος με το χρόνο της εκπαιδευτικής άδειας και πάντως όχι μεγαλύτερος των πέντε (5) ετών.

Μετά τα παραπάνω, αιτήσεις για παραίτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 148 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007), που θα υποβληθούν από τους εκπαιδευτικούς Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης :

Β1.  Το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου 2015, θα υποβληθούν αιτήσεις  (άρθρο 19 παρ. 7 της υπ’αριθμ. 105657/Δ1/8-10-2002, ΦΕΚ τ. Β΄ 1340/16-10-2002 Υπουργικής Απόφασης) και θα λυθεί αυτοδίκαια η υπαλληλική σχέση με το τέλος του διδακτικού έτους 2014-2015 και συγκεκριμένα στις 1-7-2015, (τελευταία ημέρα εργασίας και τακτικής μισθοδοσίας η 30-6-2015).

Τα ανωτέρω ισχύουν, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο αιτών εκπαιδευτικός δεν αναιρέσει, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός που δικαιούται, την αίτηση παραίτησης που έχει υποβάλει κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου του 2015 (άρθρο 148 παρ. 4 του Υ.Κ. – Ν. 3528/2007).

Οι ημερομηνίες υποβολής αίτησης παραίτησης και παρέλευσης αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός για ανάκληση, καθορίζονται αυστηρά ως εξής :

Ημερομηνία
αίτησης παραίτησης

Δικαίωμα ανάκλησης εντός μηνός, μέχρι

21-4-2015

20-5-2015

22-4-2015

21-5-2015

23-4-2015

22-5-2015

24-4-2015

25-5-2015

27-4-2015

26-5-2015

28-4-2015

27-5-2015

29-4-2015

28-5-2015

30-4-2015

29-5-2015

 Η ημερομηνία καταβολής της προκαταβολής σύνταξης (Ν. 4151/29-4-2013, άρθρο 1), θα γίνει αναδρομικά από την επομένη της λύσης της υπαλληλικής σχέσης και συγκεκριμένα από 1-7-2015. Οι λεπτομέρειες για την καταβολή της ως άνω προκαταβολής, καθώς και τον έλεγχο των καταβαλλόμενων ποσών, καθορίστηκαν με την υπ’αριθμ. 75302/0092/31-5-2013 (ΦΕΚ τ. Β΄ 1344/3-6-2013) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Οι αιτήσεις παραίτησης θα υποβληθούν στις Διευθύνσεις Δ.Ε. του κάθε υπαλλήλου, κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, αυτοπροσώπως ή από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.

Κατά συνέπεια οι εκπαιδευτικοί που θα υποβάλουν αίτηση κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου 2015, θα πρέπει να ζητούν να παραιτηθούν από την Υπηρεσία και όχι να συνταξιοδοτηθούν, αφού η αίτηση για συνταξιοδότηση έπεται της λύσης της υπαλληλικής σχέσης.  Η αποδοχή της αίτησης παραίτησης από την Υπηρεσία, γίνεται αυτοδίκαια (εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 148 του Υπαλληλικού Κώδικα, Ν. 3528/2007 και για τους εκπαιδευτικούς που έχουν τις υποχρεώσεις του άρθρου 58 του Υπαλληλικού Κώδικα), με το τέλος του διδακτικού έτους 2014-2015 (30-6-2015, λύση της υπαλληλικής σχέσης στις 1-7-2015), χωρίς ωστόσο η ανωτέρω αποδοχή να κατοχυρώνει απαραίτητα συνταξιοδοτικό δικαίωμα και άμεση καταβολή της σύνταξης. Για το λόγο αυτό και για την αποφυγή φαινομένων ανάκλησης παραιτήσεων που θα γίνουν αποδεκτές, οι εκπαιδευτικοί που ενδιαφέρονται να παραιτηθούν θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, αναφορικά με τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και άμεσης καταβολής της σύνταξης, αφού για την άμεση καταβολή της σύνταξης, πέραν της θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, απαιτείται και η συμπλήρωση του απαραίτητου ορίου ηλικίας, σε διαφορετική περίπτωση (μη συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας) η σύνταξη καταβάλλεται με την ανάλογη μείωση αυτής (ποινή), το ύψος της οποίας εξαρτάται από το πόσο νωρίτερα από την ημερομηνία συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας θα ασκηθεί το δικαίωμα αυτό. Σημειώνεται ότι με το άρθρο 4, παρ. 10, περ. α και β του Ν. 4151/2013 (ΦΕΚ τ. Α΄ 103/29-4-2013), ρυθμίζεται η επαναφορά στην Υπηρεσία μετά από αίτηση του υπαλλήλου που παραιτήθηκε από πλάνη περί τα πράγματα που δεν πληρούσε τους όρους και τις προϋποθέσεις για την άμεση καταβολή της σύνταξης του, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 3 μηνών από την ημερομηνία που φέρει το έγγραφο της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων. Το χρονικό διάστημα από την αποχώρηση από την Υπηρεσία μέχρι την επαναφορά σε αυτή δεν λογίζεται συντάξιμο και δεν καταβάλλονται αποδοχές για αυτό.

Οι βασικές διατάξεις σχετικά με την απονομή συντάξεων κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο με το Π.Δ. 169/2007 (ΦΕΚ τ. Α΄ 210/31-8-2007). Επειδή όμως μετά την ανωτέρω κωδικοποίηση εκδόθηκαν και νεότερες διατάξεις, για περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με συνταξιοδοτικά θέματα (προϋποθέσεις, διαδικασία, ποσόν σύνταξης κ.λπ.) μπορείτε να επισκέπτεστε τη διαδικτυακή πύλη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους:

https://portal.gsis.gr/portal/page/portal/SYNTMIST/Content/Syntaxeis

Οι αιτήσεις για απονομή κύριας σύνταξης, επικουρικών συντάξεων και ασφαλιστικής παροχής (εφάπαξ) και η σχετική υπεύθυνη δήλωση, υποβάλλονται από την επομένη της τελευταίας εργάσιμης ημέρας (1-7-2015).

Οι εκπαιδευτικοί που θα απολυθούν αυτοδίκαια στις 30-6-2015 (λόγω 35ετίας και ορίου ηλικίας) μπορούν να προσκομίζουν τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για τη συνταξιοδότησή τους , στις αρμόδιες Διευθύνσεις προκειμένου να ξεκινήσει άμεσα η ηλεκτρονική συμπλήρωση του ΔΑΥΚ, ενώ οι εκπαιδευτικοί που θα υποβάλουν αίτηση παραίτησης κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου, μπορούν να προσκομίζουν τα δικαιολογητικά από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης παραίτησης, η ηλεκτρονική συμπλήρωση όμως του ΔΑΥΚ δεν μπορεί να ξεκινήσει πριν την παρέλευση ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

Β2. Μετά την 31η Μαΐου 2015, καθώς και κατά τη διάρκεια του αμέσως επόμενου διδακτικού έτους, θα γίνουν αποδεκτές με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από γνώμη του ΚΥΣΔΕ, για εξαιρετικούς λόγους, όπως βαριές και δυσίατες ασθένειες, οι οποίες αποδεικνύονται από πιστοποιητικά Υγειονομικής Επιτροπής ή Δημοσίων Νοσοκομείων, ή για ιδιαίτερα σοβαρούς οικογενειακούς λόγους.

Σημειώνεται ότι παραιτήσεις για λόγους υγείας δεν έχουν κανένα από τα συνταξιοδοτικά ευεργετήματα της απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 153 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007 – ΦΕΚ τ. Α’ 26/9-2-2007), για σωματική ή πνευματική ανικανότητα και για το λόγο αυτό οι ενδιαφερόμενοι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ως προς τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και άμεσης καταβολής της σύνταξης.

Οι ως άνω αιτήσεις παραίτησης θα υποβάλονται στις Διευθύνσεις Δ.Ε., προκειμένου να διαβιβαστούν στο Υ.ΠΑΙ.Θ., με τα απαραίτητα δικαιολογητικά και σύμφωνα με τα οριζόμενα στις υπ’αριθμ. 34160/Δ1/11-3-2013 (ανακοινοποίηση στο ορθό 20-3-2013), 79133/Δ1/11-6-2013 (ανακοινοποίηση στο ορθό 11-6-2013) εγκυκλίους του Υ.ΠΑΙ.Θ.

Η υπαλληλική σχέση λύεται με την κοινοποίηση της Υπουργικής Απόφασης στον ενδιαφερόμενο. Αν η απόφαση αυτή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημοσίευσή της στην εφημερίδα της κυβέρνησης, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδίκαια με την πάροδο του εικοσαημέρου (άρθρο 156 του Υπαλληλικού Κώδικα) και οι αιτήσεις για απονομή κύριας σύνταξης, επικουρικών συντάξεων και ασφαλιστικής παροχής (εφάπαξ) και η σχετική υπεύθυνη δήλωση, θα υποβάλλονται από την επομένη της λύσης της υπαλληλικής σχέσης, ενώ η κατάθεση των δικαιολογητικών μπορεί να γίνεται και πριν από την ως άνω ημερομηνία. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 148 του Υπαλληλικού Κώδικα και του άρθρου 4, παρ. 10 περ. α και β του Ν. 4151/2013, έχουν εφαρμογή και στις ως άνω αιτήσεις.

Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4305/2014 (άρθ. 28), σύμφωνα με τις οποίες η Υπηρεσία υποχρεούται να προβεί αυτεπάγγελτα σε έλεγχο γνησιότητας των υποχρεωτικών και λαμβανομένων υπόψη για διορισμό, πρόσληψη ή εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση, δικαιολογητικών (σχετική και η υπ’αριθμ. 31792/8-12-2014 εγκύκλιος του Υπουργείου Δ.Μ.Η.Δ.).

Β3. Άλλες περιπτώσεις παραίτησης είναι η αυτοδίκαιη παραίτηση λόγω κατοχής δεύτερης θέσης στο Δημόσιο, σε περίπτωση θανάτου και σε περίπτωση σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας.

Σχετικά με την πρώτη περίπτωση εκπαιδευτικός που διορίζεται σε δεύτερη θέση και αποδέχεται το διορισμό του θεωρείται ότι παραιτείται αυτοδίκαια από την πρώτη θέση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35, παρ. 3 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007-Φ.Ε.Κ. 26 τ.Α΄/9-2-2007).

Παράλληλα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 153 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007-Φ.Ε.Κ. 26  τ.Α΄/9-2-2007), ο υπάλληλος απολύεται ύστερα από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, αν διαπιστωθεί σωματική ή πνευματική ανικανότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 100, 165 και 167 του Υπαλληλικού Κώδικα.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η έκδοση σχετικού πιστοποιητικού από Δευτεροβάθμια ή Ειδική Υγειονομική Επιτροπή.

Αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο για την απόλυση εκπαιδευτικών λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας είναι το οικείο Π.Υ.Σ.Π.Ε. ή Π.Υ.Σ.Δ.Ε. (παρ. 21 του άρθρο 11 και παρ. 22 του άρθρο 12 του Π.Δ. 1/2003-Φ.Ε.Κ. 1/τ. Α΄/ 3-1-2003). Η σχετική πράξη εκδίδεται από τον οικείο Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης. Για τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη των Περιφερειακών Υπηρεσιακών Συμβουλίων αρμόδιο είναι το οικείο Α.Π.Υ.Σ.Π.Ε. ή Α.Π.Υ.Σ.Δ.Ε. (παρ. 15 του άρθρο 15 και παρ. 16 του άρθρο 16 του Π.Δ. 1/2003). Για τους Διευθυντές Εκπαίδευσης και τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη των Κεντρικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων αρμόδιο είναι το Κ.Υ.Σ.Π.Ε. ή Κ.Υ.Σ.Δ.Ε. (παρ. 14 του άρθρο 17 και παρ. 14 του άρθρο 18 του Π.Δ. 1/2003).

Σημειώνεται ότι για τους εκπαιδευτικούς που απολύονται για το λόγο αυτό, ισχύουν διαφορετικές προϋποθέσεις όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

Τέλος με βάση το άρθρο 4, παρ. 10 περ. α και β του Ν. 4151/2013 (ΦΕΚ 103/τ.Α/29/4/13 ρυθμίζεται η επαναφορά στην Υπηρεσία μετά από αίτηση του υπαλλήλου που παραιτήθηκε από πλάνη περί τα πράγματα που δεν πληρούσε τους όρους και τις προϋποθέσεις για την άμεση καταβολή της σύνταξής του μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 3 μηνών από την ημερομηνία που φέρει το έγγραφο της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων. Το χρονικό   διάστημα από την αποχώρηση από την Υπηρεσία μέχρι την επαναφορά σε αυτή δεν λογίζεται συντάξιμο και δεν καταβάλλονται αποδοχές γι αυτό.

«Να τονιστεί  στο σημείο αυτό ότι οι συνάδελφοι και οι συναδέλφισσες θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί/ες σχετικά με την υποβολή της παραίτησης τους. Πολλές φορές  η βιασύνη οδηγεί σε εσφαλμένες επιλογές. Η παραίτηση από την Υπηρεσία είναι μια πολύ σοβαρή απόφαση ζωής! Σε κάθε περίπτωση η όποια επιλογή θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ώριμης σκέψης και ουσιαστικής ενημέρωσης! Το 2013 είχαμε συνολικά 6689 αποχωρήσεις εκπαιδευτικών από την εκπαίδευση! Το 2014 αποχώρησαν από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση 3235 εκπαιδευτικοί. Το 2015 αναμένεται να αποχωρήσουν περίπου 3400 εκπαιδευτικοί (εκ των οποίων οι 262 αφορούν αυτοδίκαιες απολύσεις)» αναφέρει ο κ. Κορδής.

pekp.gr

Αναρτήθηκε στις ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΡΘΡΑ. Leave a Comment »

Βρίζοντας και πολεμώντας – Στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης


Ξέρουμε ότι στην σημερινή εποχή που ζούμε, πρέπει να προσέχεις τον τρόπο που μιλάς και φυσικά να δείχνεις τον απαιτούμενο σεβασμό στον συνομιλητή σου. Αυτό φυσικά δεν ίσχυε στην Επανάσταση του 1821. Εκεί οι «τρόποι» έμεναν στο σπίτι.

Εκείνος από τούς αρχηγούς του ’21 που χαρακτηριζόταν περισσότερο απ΄ όλους για την ανεξέλεγκτη γλώσσα του ήταν ο μεγάλος Έλληνας Στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ορεσίβιος και αδρός, άνθρωπος που έζησε μέχρι τέλους της ζωής του τη φτηνή ειρωνεία όσων ήθελαν να θυμούνται πως ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς», βρήκε διέξοδο, για να ξεπεράσει την οργή του και να επιβληθεί σ΄ ένα δύσκολο γι΄ αυτόν κοινωνικό περιβάλλον, στον παραληρηματικό βωμολοχικό λόγο. Η βωμολοχία του ήταν τόσο συνεχής και έντονη, που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμα του αυτό ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του.

«Έλα σκατότουρκε, έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους· έλα να ακούσεις τα κέρατά σας, γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες…Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε ’’από ημάς’’ συνθήκην με ’’έναν’’ κόντζιά σκατό-Σουλτάν Μαχμούτην –να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα».

Με αυτό το ακατάσχετο υβρεολόγιο «έλουσε» εν έτει 1823 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης τον απεσταλμένο του Τούρκου στρατιωτικού αρχηγού των Τρικάλων, Σιλιχτάρ Μπόδα, όταν εκείνος πήγε να συναντήσει τον πρώτο στα Άγραφα για μια από τις τετριμμένες «συνομιλίες κορυφής» με θέμα τη στάση που θα τηρούσαν οι αρματολοί της περιοχής απέναντι στις σχεδιαζόμενες εκστρατείες των Τούρκων.

Η γνώμη όσων γνώρισαν το Γεώργιο Καραϊσκάκη και πολέμησαν μαζί του δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης για το σύνολο των προτερημάτων που τον χαρακτήριζαν. Ο ίδιος ο Κιουταχής είχε αναγνωρίσει την αξία του, αρεσκόμενος μάλιστα να αντιμετωπίζει τις μεταξύ τους μάχες, από το Μεσολόγγι (1825) έως την πολιορκία της Ακρόπολης (1827) ως προσωπικές μονομαχίες. Ο μεγαλύτερος, μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, πολέμαρχος του 1821 ήταν ένας άνδρας «ακούραστος εις τους αγώνας» (Χριστόφορος Περραιβός), «μεγαλόδωρος και ευεργετικός» (Γεώργιος Γαζής), «αρείτολμος και καλός στρατηγός» (Σπυρομήλιος), «ατρόμητος» (Ιωάννης Κωλέττης), με «νουν ακατέργαστον αλλά γεννητικότατον και οξύτατον» (Παναγιώτης Σούτσος) και «επίμονον γενναιότητα» (Andre Louis Gosse, Ελβετός φιλέλληνας γιατρός). Όπως το έθεσε με μία λέξη ο Νικόλαος Κασομούλης ήταν «Αρχηγός» με άλφα κεφαλαίο.

Το αγιογραφικό αυτό πορτρέτο έχει και ένα…ψεγάδι. Όλοι οι προαναφερθέντες, και οι κυρίως οι επίσημοι βιογράφοι του, Γεώργιος Γαζής και Δημήτριος Αινιάν, αλλά και ο Νικόλαος Κασομούλης που τον έζησε από κοντά και του αφιερώνει εκτεταμένα αποσπάσματα στα «Ενθυμήματά» του, δεν θα μπορούσαν να παραγνωρίσουν ή να προσπεράσουν ένα άλλο ίδιον του χαρακτήρα του: τη μεγάλη αθυροστομία του. «Γλώσσα φύσει αχαλίνωτος», σύμφωνα με το Δ. Αινιάνα, ο Καραϊσκάκης ξεχώριζε μάλλον από τους υπόλοιπους αρχηγούς λόγω της συνεχούς χρήσης βωμολοχιών και βρισιών στην ομιλία του. Οι βρισιές που χρησιμοποιούσε, όπως μας παρατίθενται από τις διάφορες πηγές, σκιαγραφούν μια προσωπικότητα που αξιοποιούσε κατ’ επανάληψη κάθε περιθωριακή λέξη του περιορισμένου λεξιλογίου του σε δημιουργικές συνθέσεις. Σύμφωνα με την καθηγήτρια του Νέου Ελληνισμού κ. Μαρία Ευθυμίου, αυτό έφτανε σε επίπεδο παραληρήματος και η βωμολοχία του «ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμά του ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του». Με λίγα λόγια, ο άνθρωπος ήταν ένας αληθινός ποιητής της βωμολοχίας.

Αυτό δεν είναι φυσικά κάτι που μας ξενίζει. Οι περισσότεροι Έλληνες που πήραν μέρος στην Επανάσταση ήταν άνθρωποι λαϊκής καταγωγής, κατά συντριπτική πλειοψηφία αγράμματοι και προφανώς ελάχιστα δεσμευμένοι από τους κανόνες της λεκτικής ευπρέπειας. Ακόμα και οι στοιχειωδώς ή επαρκώς μορφωμένοι δεν έλεγχαν πάντοτε τη γλώσσα ή τη γραφίδα τους, ειδικά μέσα στη δίνη των φατριασμών και των πολιτικών παθών. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αποκαλούσε τον Κολοκοτρώνη «σκατόβλαχο» και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τον Παπαφλέσσα «εξωλέστατο»…Σε ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε αλλά και να υποθέτουμε σήμερα, οι συνήθειες της τοτινής ομιλίας έχουν μικρή σχέση με όσα τελικά απαθανατίστηκαν στον απομνημονευματικό λόγο, αφού οι ακούσεις και εκούσιες συμβάσεις του γραπτού κειμένου εξοβέλισαν κατά τεκμήριο την αμεσότητα της γλωσσικής υπερβολής, στερώντας μας την τύχη της άμεσης επικοινωνίας με το γλωσσικό και πολιτισμικό σύμπαν εκείνων των χρόνων. Συνηθέστερο μέτρο κρίσης αποτελούν περιπτώσεις όπως ο Χριστόφορος Περραιβός, ένας από τους πλέον μορφωμένους αγωνιστές, ο οποίος αντιδιαστέλλει το κομπολοί προτερημάτων του Καραϊσκάκη με τα δύο, μεταξύ άλλων, βασικά ελαττώματά του: «αισχρολόγος καθ’ υπερβολήν» και «πικρός υβριστής των ανάνδρων, πολλάκις και των φίλων». Η παρατήρηση αυτή ενέχει μια επικριτική διάσταση που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολλά για την πολιτιστική «νομιμοποίηση» του Αγώνα. Πρώτο συμπέρασμα είναι πως η βωμολοχία δεν είναι ανεκδοτολογικό ιστορικό στοιχείο αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της πολυσύνθετης κληρονομιάς του 1821. Το μεσαιωνικό πρότυπο του ιππότη-πολεμιστή, όπως πλαθόταν ασυνείδητα στο φαντασιακό των επιγόνων της πολεμικής γενιάς και φτάνει ως τις μέρες μας μέσα από τη στιλπνότητα των επετειακών πανηγυρικών λόγων, καταρρέει με αστείο θα λέγαμε τρόπο μπροστά σε λέξεις και φράσεις όπως «πούτζος» ή «ο Τούρκος μας εγάμησε το κέρατο», που καταγράφηκαν από πολεμιστές-συγγραφείς όπως ο Κασομούλης και ο Μακρυγιάννης με συνειδητή ευαισθησία απέναντι στο ατομικό και συλλογικό πάθος. Ήταν τελικά τέτοιοι αυτοχειροτονημένοι «γραφιάδες» που αντιλήφθηκαν (και σίγουρα δεν το έκαναν ασυνείδητα) πως η παράθεση υβριστικών λέξεων εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους ευγενείς στόχους μιας αυθεντικής συγγραφής. Εν τέλει, οι γλωσσικές «ακαθαρσίες» του Καραϊσκάκη ανήκουν στα πλέον αυθεντικά ίχνη ενός χαμένου κόσμου που φτάνει σε μας αλλοιωμένος από τον παραμορφωτικό καθρέφτη των εθνικών φαντασιώσεων που χρησιμοποιούν τους εξιδανικευτικούς πίνακες με τις λευκοσιδερωμένες φουστανέλες ως μοντέλα πολιτικής ορθότητας.

Αν κατατάσσαμε τον Καραϊσκάκη απλώς ως «βωμολόχο», θα τον αδικούσαμε. Η ελευθεριότητα χαρακτήριζε όλες τις κινήσεις του. Όσο ήταν στην αυλή του Αλή-Πασά, είχε μοστράρει επιδεικτικά τα γεννητικά του όργανα στο γιο του Αλή, Μουχτάρ Πασά χορεύοντας επίτηδες μπροστά του με τρόπο ώστε να σηκωθεί η φουστανέλα του, ενώ είναι πασίγνωστο πως στη Μάχη στο Κομπότι της Άρτας (Ιούλιος 1821) ανέβηκε σε ένα βράχο και για να ερεθίσει τους Τούρκους, σήκωσε τη φουστανέλα δείχνοντας τα οπίσθιά του μέχρι που ένας «Γκέκας» τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε στη μέση του «καυλού» (Γεώργιος Γαζής). Γενικά ήταν αυτό που θα λέγαμε πολύ μεγάλο «πειραχτήρι». Έχοντας πολύ δυνατά νεύρα, γνώριζε να εκτονώνει την ένταση στις δύσκολες στιγμές. Οι συχνοί αστεϊσμοί του ήταν το καλύτερο αγχολυτικό τις παραμονές της μάχης και χαλάρωναν πάντα τους συντρόφους του που προσέβλεπαν πάντα σε εκείνον. Ο αυτοσαρκασμός του δεν είχε όριο και στρεφόταν συχνά γύρω από το θέμα της ασθένειάς του και τις θέρμες οι οποίες τον καθήλωναν συνεχώς στο κρεβάτι («είμαι ζαμπούνης» έλεγε και ξανάλεγε). Μια μέρα που η ασθένειά του είχε υποτροπιάσει (έπασχε από καλπάζουσα φυματίωση) δέχτηκε την επίσκεψη ενός καινούριου γιατρού που ήθελε να τον εξετάσει. Για να τον δοκιμάσει, ο Καραϊσκάκης έκρυψε κάτω από τα σκεπάσματα έναν από τους άνδρες του. Ο γιατρός έπιασε το χέρι του παλικαριού αντί για το δικό του και του είπε: «Στρατηγέ, οι δυνάμεις σου έχουν πέσει πολύ». Αφού τίναξε τα σκεπάσματα και ο γιατρός κατάλαβε έκπληκτος πως είχε εξετάσει χέρι αλλουνού, απάντησε στο γιατρό: «Ο πούτσος μου έπεσε μωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!».

Όλοι οι μελετητές του Αετού της Ρούμελης, από τον Αινιάνα και το Γαζή έως τους σύγχρονους Γιάννη Βλαχογιάννη και Δημήτριο Φωτιάδη, εξηγούν την ελευθεροστομία του μέσα από τις συνθήκες της γέννησης και της ανατροφής του. Φαίνεται πως η χρήση «κοσμητικών» επιθέτων δεν ήταν απλώς η ασυνείδητη αμεσότητα με την οποία επικοινωνούσε με το περιβάλλον του, όσο ένας μηχανισμός άμυνας απέναντι στις δύσκολες συνθήκες φυσικής και κοινωνικής επιβίωσης. Βρίζοντας αισθανόταν δυνατός, λες και «όλες οι καταπιεσμένες δυνάμεις της ψυχής του να μεταβάλλονται σε κρουνούς δημιουργίας». Αν χρησιμοποιούσαμε αυστηρούς ψυχομετρικούς όρους, θα λέγαμε πως ο Καραϊσκάκης υπέφερε από «κόμπλεξ». Ως καρπός του παράνομου έρωτα ενός κλέφτη καπετάνιου και μιας καλόγριας, βίωσε από παιδί έναν έντονο κοινωνικό αποκλεισμό που τον σημάδεψε και τον απομάκρυνε από κοινωνικές νόρμες εφοδιάζοντάς τον με μια διάθεση εχθρότητας και οργής για τον έξω κόσμο. Προκειμένου να ξεπεράσει την οργή του απέναντι σε αυτούς που τον αποκαλούσαν «μούλο» και τις μανάδες που τον χρησιμοποιούσαν ως αντιπαράδειγμα για τα παιδιά τους, έβρισκε διέξοδο στον παραληρηματικό βωμολοχικό λόγο. Ένας σύγχρονος βιογράφος του γράφει πως «η συνείδηση της αμαρτωλής μάνας του θα τον κάνει σαρκαστή κάθε ηθικής και κοινωνικής συμβατικότητας. Θα τον απογυμνώσει από το σεβασμό που τρέφει κάθε άνθρωπος για αυτούς που τον έφεραν στη ζωή, απαλλάσσοντάς τον επομένως από κάθε ηθικό δισταγμό» (Νίκος Κυρ. Αναστασόπουλος, Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο γιος της καλογριάς. Φως στην ψυχοσύνθεση, στη δράση και στο θάνατό του. Αθήνα 2004, σ. 26). Για τη μητέρα του, περίφημη κι εκείνη «δια την τολμηρότητα και δια την γλώσσαν της» (Δ. Αινιάν), ο Καραϊσκάκης συνήθιζε να λέει απαξιωτικά: «Εμένα η μάνα μου έφαγε σαράντα χιλιάδες ψωλές ώσπου να με γεννήσει». Εξάλλου, τη διάσημη προσφώνηση «γιος της καλογριάς» την χρησιμοποιούσαν λιγότερο οι άλλοι και περισσότερο ο ίδιος για να υποβαθμίσει σκόπιμα τον εαυτό του μπροστά στους συνομιλητές του (η μεγαλομανία σίγουρα δεν ανήκε στα γνωρίσματα του χαρακτήρα του) ενώ η ευθεία απόρριψη του προτύπου της οικογένειας που ο ίδιος ποτέ δεν ένιωσε, προεκτείνεται και στην οικογένεια που δημιούργησε. Ακόμα και στη γυναίκα του, Γκόλφω, δεν πρόσεχε τη γλώσσα του. Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, η γυναίκα του είχε εγκατασταθεί στον Κάλαμο και αργότερα στα Επτάνησα όσο ο ίδιος βρισκόταν ή κυνηγημένος ή στον πόλεμο. Όταν την επισκέφθηκε, κάποια από τα παλικάρια της συνοδείας του ρίχτηκαν στις ψυχοκόρες της κι εκείνη του διαμαρτυρήθηκε οπότε για να την καθησυχάσει (;) ο αθυρόστομος άνδρας της, της είπε: «Έγνοια σου μωρή, έχω και για σένα πούτσο…Μη μου χολιάζεις!». Όταν αργότερα έμαθε πως η γυναίκα του τον είχε απατήσει, αποφάσισε να τη χωρίσει και να παντρευτεί την όμορφη κόρη του μεγαλοτσιφλικά των Αγράφων Τσολάκογλου, το υποστατικό του οποίου είχε ρημάξει όταν ήταν κλέφτης. Σύντομα όμως έχασε το ενδιαφέρον του και, αφού πέταξε την εικόνα της στα πόδια των στρατιωτών του, φώναξε: «Όποιος την πρωτοπάρει να την έχει! Να την χέσω την πουτάνα!». Αυτές οι εκφράσεις δεν είναι απαραίτητα μισογυνισμός αλλά έκδηλη περιφρόνηση απέναντι σε κάθε είδους ομαλή οικογενειακή ζωή ή κοινωνική σύμβαση που σχετίζεται με τον ενσυνείδητο καθωσπρεπισμό της τότε αγροτικής οικογένειας.

Οι χαρακτηρισμοί «μούλος» και «γύφτος» που τον συνόδευαν σε όλη του τη ζωή και που ο ίδιος υιοθετούσε, του επέτρεπαν να θεωρεί τον εαυτό του ανένταχτο, γεγονός που εν μέρει εξηγεί γιατί άργησε να επιλέξει το στρατόπεδό του στην Επανάσταση. Θέλοντας να επιβιώσει πεισματικά ως πρώτος αρματολός των Αγράφων, χρησιμοποιούσε κατά βούληση (ρωτούσε τον «πούτζον» του, όπως επιβεβαιώνει και ο Κασομούλης) τις συμφωνίες ή τις ένοπλες συγκρούσεις πολεμώντας ενίοτε την ίδια στιγμή με Έλληνες και Τούρκους που τον καταδίωκαν εξίσου ως αποστάτη! Μέχρι το 1824 οι παλινωδίες του και οι συνεχείς συγκρούσεις με το Εκτελεστικό, το Μαυροκορδάτο, τους Ζαΐμηδες, τους Σουλιώτες, τους Μεσολογγίτες, το Γιαννάκη Ράγκο, τους Πελοποννήσιους κ.ο.κ. παρήγαγαν πολλές εντάσεις και ακόμα περισσότερα «γαμοσταυρίδια». Όταν στα 1823/24 η επαναστατική κυβέρνηση τον πολεμούσε ανοιχτά και οι υπόλοιποι καπετάνιοι της Δυτικής Στερεάς τον καταδίωκαν ως προδότη, η απάντησή του (γραπτή!) στην πρόταση συμφιλίωσης του Νικόλαου Στουρνάρη (μετέπειτα αρχηγό της φρουράς του Μεσολογγίου που σκοτώθηκε στην Έξοδο), ανήκει στις πιο γνωστές του ατάκες: «Γενναιότατε αδελφέ καπετάν-Νικόλα…είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες. Όποια θέλω από τα δύο θα μεταχειρισθώ» (Τα «τουμπλέκια» ήταν τούρκικα όργανα του ιππικού, σε αντίθεση με τις τρουμπέτες που τα χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες). Κάθε φορά που ο Καραϊσκάκης δεχόταν προτάσεις για ειρήνευση ή συνεργασία –είτε από Τούρκους είτε από Έλληνες– απαντούσε πως θα ρωτήσει τον «πούτζον» του και θα απαντήσει καταλλήλως. Η λέξη «πούτζος» φαίνεται να είναι αυτή που χρησιμοποιούσε με τη μεγαλύτερη συχνότητα και θα μπορούσαμε να παραθέσουμε αρκετούς λόγους για αυτό. Ο πρώτος είναι πως γνώριζε φυσικά πως η χυδαία λέξη για το ανδρικό όργανο σόκαρε πολύ περισσότερο σε σχέση με τις άλλες. Δεύτερον, η αναφορά αυτή ήταν εντελώς νομιμοποιημένη και σε χρήση ανάμεσα στα μέλη μιας πρωτόγονα ανδροπρεπούς και αρρενωπής κοινωνίας, ενώ υπάρχει και ένας πρόσθετος λόγος, πως ήθελε μέσα από την επανάληψη της να ξορκίσει κατά κάποιο τρόπο τη σεξουαλική του αναπηρία.

Αν και σε πολλές περιπτώσεις η στάση του Καραϊσκάκη απέναντι στην Επανάσταση μπορούσε να χαρακτηριστεί επιεικώς επαμφοτερίζουσα, η τούρκικη εξουσία τον αρρώσταινε. Ως παλιός κλέφτης, ψημένος από μικρή ηλικία στην ομάδα του Κατσαντώνη, ήξερε πώς να γίνεται υπέρμετρα βίαιος εναντίον των Τούρκων που τους αποκαλούσε «Εβραίους». Η πυραμίδα των κεφαλιών μετά τη Μάχη της Αράχωβας (Νοέμβριος 1826) και οι αλυσίδες με τα αυτιά που έστελνε στο Μεσολόγγι για να δώσει θάρρος στους πολιορκημένους ήταν τα τεκμήρια ενός ανελέητου πόλεμου εξόντωσης –όπως όλη η Επανάσταση– στον οποίο οι βρισιές ήταν δεδομένες. Όποτε ο Καραϊσκάκης αποφάσιζε να πολεμήσει ανοιχτά εναντίον των Τούρκων, το υβρεολόγιο συνόδευε απαραιτήτως τα βόλια του. Μετά την «κρύα» υποδοχή του απεσταλμένου του Σιλιχτάρ Μπόδα που παραθέσαμε στην εισαγωγή, του «έσυρε» κι άλλα διάφορα, αυτή τη φορά σαν αποφασισμένος Έλληνας επαναστάτης που διατηρούσε τη μόνιμη ιδιότητα του υβριστή των πάντων: «Κερατάδες! Αυτούνους όπου αιχμαλωτίσατε ήτον εδικοί σας, ήτον Τούρκοι, ήτον Εβραίοι, διότι ραγιάς αυτό θα ειπή. Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν, και τώρα και πάντα!». Περίφημη έχει μείνει η απόκρισή του στον Μαχμούτ Πασά, διοικητή της της Σκόδρας (Νότια Αλβανία) που εκστράτευσε από την Οχρίδα με 20.000 επίλεκτους αρβανίτες στην κεντρική Ελλάδα το 1823 για να καταπνίξει τους ενόπλους των Αγράφων και όλης της Δυτικής Ελλάδας και μετά να κατέβει ανενόχλητος στο επαναστατημένο Μεσολόγγι. Προτού μιλήσει με τα όπλα, ο διαλλακτικός Πασάς έστειλε επιστολή στους καπετάνιους του Ασπροποτάμου με την οποία ζητούσε να συνθηκολογήσουν για να αποφευχθεί η αιματοχυσία. Ο Καραϊσκάκης κοινοποίησε στους άλλους καπετάνιους την επιστολή του «κερατά του σαλεπιτζή» και φρόντισε να στείλει μόνος του μια μνημειώδη λακωνική απάντηση, εντελώς αταίριαστη με το συντηρητικό ύφος της επιστολής του μουσουλμάνου: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ πασά μου ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον, κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω, κι αν έλθεις καταπάνω μου, ευθύς να πολεμήσω». Το γεγονός πως δεν έριξε ούτε τουφεκιά εναντίον των έτσι κι αλλιώς υπέρτερων στρατευμάτων του πασά της Σκόδρας παρά διέφυγε στα Επτάνησα (και κατηγορήθηκε για αυτό), μάλλον τονίζει παρά υποβαθμίζει τη σημασία της αποστομωτικής απάντησης.

Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η ένταση και έκταση της βωμολοχίας του, δεν είχε διακυμάνσεις ούτε ανάγκη να προσαρμόζεται στο εκάστοτε ακροατήριο. Ανάμεσα σε συντρόφους είχε φυσικά ακόμα λιγότερους λόγους να βάζει φραγμό στη γλώσσα του, ενώ είχε «αρπαχτεί» άπειρες φορές με συμπολεμιστές του εκδηλώνοντας ένα ακόμη παρεμφερές «ελάττωμά» του: την έντονη οξυθυμία του. Στην περίφημη εκστρατεία της Στερεάς Ελλάδας για την αποκοπή των οδών ανεφοδιασμού του Κιουταχή στο μέτωπο της Αττικής και τις μεγάλες επιτυχίες κατά των Τούρκων σε Δίστομο, Φοντάνα και Αράχοβα, είχε ανταλλάξει βαριές κουβέντες και με τους αγέρωχους Σουλιώτες οπλαρχηγούς που τον ακολουθούσαν (Λάμπρο Βέικο, Γιώργο Τζαβέλλα) και με τον καπετάνιο Ανδρίτσο Σαφάκα που αμφισβήτησε την αρχηγία του. Δυστυχώς δε μας παρατίθενται οι εκφράσεις του, αν και είναι γνωστό πως δε μετρούσε τα λόγια του, ειδικά μπροστά στους Σουλιώτες τους οποίους είχε και στην αρχή της Επανάστασης αποκαλέσει ανοιχτά «προδότες», «κλέφτες» και «γουρουνοτζάρουχα» (Επιστολή προς Κίτσο Τζαβέλλα, 20 Απριλίου 1823). Για τον οπλαρχηγό Δημήτρη Κοντογιάννη είχε πει στο Νότη Μπότσαρη, πως «εάν ήτον γυναίκα, δεν εχόρταινε με 80 χιλιάδες φοραίς την ώραν». Ο Γιάννης Γκούρας ήταν «παλιόβλαχος». Ο Γιαννάκης Ράγκος, μόνιμος ανταγωνιστής του στο αρματολίκι των Αγράφων και έμπιστος του Μαυροκορδάτου, «πορδο-Ράγκος». Στους στρατιώτες και οπλαρχηγούς που ξεπουλιούνταν για μερικά χρυσά γρόσια παραπάνω απέδιδε τον μειωτικό τίτλο «οι ταλαρήσιοι». Ασυγκράτητα αισχρολόγος ήταν με όλους τους «πολιτικούς» της Επανάστασης τους οποίους τσουβάλιαζε, μαζί με τους «καλαμαράδες», ως εντελώς άχρηστους και επιζήμιους για το Γένος. Στη στάση του αυτή προσγράφεται μια συνολική απέχθεια που τον διέκρινε απέναντι σε κάθε λογής εξουσιαστική δομή. Αυτή η απέχθεια γινόταν δε εκρηκτική όταν αμφισβητούσε τις ικανότητες κάποιου. Ο Βλαχογιάννης αναφέρει, εν είδει ιστορικού ανεκδότου, πως δεν είχε διστάσει να προσβάλλει τον «πρωθυπουργό» Κουντουριώτη για την τραγελαφική εκστρατεία εναντίον του Ιμπραήμ που κατέληξε στην οικτρή ήττα των Ελλήνων στο Κρεμμύδι το 1825: «Ώρε Κουντουριώτη, άκουγα και νόμιζα θα είναι γεμάτο μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ όμως έχεις τόσο μυαλό όσο εγώ έχω σπόρο στα αρχίδια μου». Τον Κουντουριώτη αποκαλούσε «κουκούλα» από τον χαρακτηριστικό ναυτικό υδραίικο σκούφο του. Στον τέταρτο χρόνο του Αγώνα, η απραξία μπροστά στον θανάσιμο κίνδυνο του Ιμπραήμ, η ανικανότητα οιονεί στρατιωτικών αρχηγών όπως ο ναυτικός Κυριάκος Σκούρτης που οδήγησε σε οδυνηρές συντριβές και η διαφθορά των πολιτικών που διαμόρφωνε ένα αφόρητο κλίμα στο Ναύπλιο, τον έκανε να ξεσπάσει μπροστά στον Κασομούλη: «Άλλαξα τον αδόξαστο στο τζιογλάνι τον Μαυροκορδάτο, όταν ήρθε στο Νιόκαστρο· κι αφτουνού κι εκείνου του Κουντουριώτη που τονε μάζεψε να τον υψώσει. Σε βεβαιώνω, Κασομούλη, πως έκλαιγε ο πρόεδρος όταν έφευγα. Επειδής όμως είχε κείνον τον διάολον κοντά του, του είπα: «Δεν κάθομαι» -κι έφυγα. Δε μου ‘δωσε τους μιστούς των παλικαριών. Τον έχεσα κι αυτόν και την κουκούλα του κι ήρθα εδώ όπου είναι το Έθνος, που μ’ έσωσε και άλλοτε από τα κέφια των κερατάδων, του ενός και του άλλου. Πάω στην πατρίδα μας τη Ρούμελη κι εκεί θα φανεί ποιος θα δουλέψει. Δε μένω εδώ να με κυβερνάει το Τζογλάνι και η Κουκούλα μ’ αρχηγό το Γκεμιτζή (σ.σ. το Σκούρτη)»

Το «τζιογλάνι», όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα, ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Το, δια στόματος Μακρυγιάννη, «ζυμάρι των Τούρκων». Ο άνθρωπος τον οποίον αντιπαθούσε θανάσιμα και κάθε αναφορά στο όνομά του τον εξόργιζε πραγματικά αποκαλώντας τον περιπαικτικά «τεσσερομάτη» (επειδή φορούσε γυαλιά). Τις σκέψεις του αυτές τις μοιραζόταν και με τους ομογάλακτους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς (τους οποίους καλούσε «αδελφούς»), στις ανάπαυλες των μεταξύ τους διαμαχών. Ο Κασομούλης μας διασώζει μια συνομιλία που καταλήγει σε μια από τις συνηθισμένες εκρήξεις του εναντίον του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου τον οποίο περνάει «γενεές δεκατέσσερις» ομού μετά των υποστηρικτών του:

-Καραϊσκάκης: Καπιταναίοι, εκστρατεύετε· δεν σας ερωτώ δια πού έχετε να εκστρατεύετε.

-Καπεταναίοι: Και ημείς δεν ηξεύρομεν, είπον, πηγαίνομεν εις τον μαχαλάν και όπου μας διορίσει η Κυβέρνησις, εκεί θέλει εκστρατεύσωμεν.

-Καραϊσκάκης: Ποια κυβέρνηση καπιταν-Νότη (σ.σ. Νότης Μπότσαρης); Το τζιογλάνι του Ρείζ-εφέντη, ο τεσσερομάτης; Ποιοι τον έκαναν κυβέρνησιν; Εγώ και οι άλλοι δεν τον γνωρίζομεν! Ή σύναξεν δέκα ανόητους και τον υπέγραψαν δια τας ιδιοτέλειάς των; Ιδού ποιοι τον υπέγραψαν: Πρώτον εσύ, όπου όλα τα πράματα θέλεις να έρχωνται με το ζουρνά, ο Σκαλτσάς, όπου δεν είναι άλλο παρά καμπάνα μπαγκ-μπαγκ, ο Μακρής ο μακρολαίμης, ο κρεμασμένος όπου μόνον το κεφάλι ξέυρει να ταράζει […] ο ξυνόγαλο-Γεώργιος Τζιόγκας, όπου στραβώνει τα χείλη με το τζιμπούκι και δεν ηξεύρει τι του γίνεται, και ο αδελφός μου ο Στορνάρης ο ψεύστης; Δεν το υπέγραψεν ο πούτζος μου, και να ιδώ την εκστρατείαν σας! […] Δια την Άρταν εκστρατεύετε…Πηγαίνετε και εγώ το ντουφέκι σας το βάνω από τις πλάτες. Σας γάμησα τα κέρατα και θα σας γαμήσω και πάλι!».

Η μετωπική σύγκρουσή του με τους εκφραστές της τάξης και της πολιτικής νομιμότητας ήταν συνεχής και παραλίγο να του κοστίσει πολύ περισσότερα από τη στρατιωτική του «καθαίρεση» και την απώλεια του αρματολικιού των Αγράφων. Στην περίφημη δίκη του στο Μεσολόγγι την 1η Απριλίου του 1824, εκτός από την «εσχάτη προδοσία» (υποτίθεται πως είχε συνομολογήσει ειρήνη και συνεργασία με τον Ομέρ Βρυώνη), ο «γύφτος» δικάστηκε συνολικά, για όλες τις άσχημες συνήθειές του, και φυσικά την ανυπόφορη για τους προεστούς ελευθεροστομία του. Όσοι βρέθηκαν εκείνη την ημέρα στην εκκλησία-δικαστήριο της Παναγίας στο Αιτωλικό, είχαν την τύχη να απολαύσουν μια σπαρταριστή στιχομυθία ανάμεσα στον κατηγορούμενο Καραϊσκάκη και έναν από τους δικαστές του, τον ηλικιωμένο κοτζαμπάση Γαλάνη Μεγαπάνου:

«Καραϊσκάκης: Αν βάλετε θεμέλια στα λόγια που λέω, εκατό ζωές να ‘χω, δεν γλιτώνω.

Γαλάνης Μεγαπάνου: Βρε ξέρουμε πως λες όλο λόγια, μα γιατί τα λες;

Καραϊσκάκης: Το ‘χω χούι κυρ Πάνο.

Μεγαπάνου: Αμ, γιατί να το ‘χεις χούι που είσαι πια πενήντα χρονών;

Καραισκάκης: Αμ δεν μπορώ να το κόψω, κυρ-Πάνο. Κι εσύ δα είσαι ογδόντα χρονώ, μα το χούι δεν τα’ αφήνεις να γαμείς –και δεν μ’ ακούς». Εκείνη τη στιγμή, όλο το ακροατήριο και οι δικαστές γκρεμίστηκαν από τα γέλια και η διαδικασία κόπηκε λόγω ακατάσχετου γέλωτος…Ο Καραϊσκάκης κέρδισε το κοινό με τα αστεία του και την αμεσότητά του και τελικά έφυγε ελεύθερος κάτω από τα εγκωμιαστικά σχόλια των κατοίκων του Μεσολογγίου που έλεγαν μεταξύ τους πως «δε ματαγίνεται άλλος τέτοιος πουτζαράς!».

Εντελώς αγέρωχος και μοναχικός πολεμιστής, ο Καραϊσκάκης ήταν άνθρωπος που έδινε αξία μόνο στις προφορικές συμφωνίες, στη «μπέσα». Στα χρόνια της προδοσίας, της ατιμίας και της ρευστότητας των συμπεριφορών, ο κώδικας τιμής των κλεφτών έμοιαζε να είναι το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς στην αναζήτηση συμμάχων και φίλων. Έναν τέτοιο δεσμό είχε με τον Κίτσο Τζαβέλλα στον οποίο μάλιστα είχε τάξει για γυναίκα την κόρη του. Όταν όμως εκείνος ξεμυαλίστηκε με μια Μεσολογγίτισα, αθετώντας το λόγο του και διαλύοντας την ένωση των δύο οικογενειών, η υπόληψή του καταβαραθρώθηκε στα μάτια του Καραϊσκάκη. Όταν λοιπόν ο Τζαβέλλας του έστειλε κάποτε μια επιστολή για να σπεύσει προς βοήθειά του, σφραγισμένη με το σημείο του σταυρού, ο θιγμένος του απάντησε σε τόνο ακατέργαστης λαϊκής θρησκευτικότητας χωρίς να διστάσει να διανθίσει το γράμμα με τα γνωστά «γαλλικά» του: «Άνθρωπος όπου αρνείται τον Σταυρόν δια μουνί, δεν έπρεπε να βάνη Σταυρόν στο γράμμα του και εν ονόματι αυτού, να καλή βοήθεια, διότι τον ηρνήθη…».

Οι πρόγονοί μας έβριζαν και πολεμούσαν. Πολεμούσαν και έβριζαν. Όταν πυροβολούσαν, έβριζαν. Όταν έκαναν έφοδο, έβριζαν. Όταν τραυματίζονταν, έβριζαν. Όταν αιχμαλωτίζονταν, έβριζαν. Όταν διαφωνούσαν, έβριζε ο ένας τον άλλον. Μαζί με τα χρυσά σκήπτρα της βωμολοχίας του ’21, στον Καραϊσκάκη ανήκουν και αυτά της αυθεντικότητας. Κανείς από όσους έχουν μέχρι σήμερα καταπιαστεί με τη ζωή, τη δράση και τον χαρακτήρα του δε θεωρούν την αθυροστομία του «ελάττωμα». Αντίθετα, μοιάζει ένα πρόσθετο γοητευτικό στοιχείο σε μια συνολικά συναρπαστική προσωπικότητα. Πολιτικά ανορθόδοξος, υπερβολικά ανθρώπινος, ανεξάρτητος και πάντοτε σαρκαστικός, διατήρησε και διατηρεί έως σήμερα το χρώμα μιας επαναστατικής γνησιότητας. Η ακούσια σύγκρισή του με τον Κολοκοτρώνη, είναι η σύγκριση ανάμεσα στον αυτοσαρκαστικό «γύφτο» και το σεβάσμιο «γέρο». Μολονότι προσωπικότητες ίδιου βεληνεκούς και σημασίας, οι διαφορετικές τους ποιότητες αναδεικνύουν ενίοτε και αρκετές συγκλίσεις των χαρακτήρων τους. Η προσωπικότητά του Καραϊσκάκη είναι αρχετυπική διότι ενσαρκώνει το πνεύμα του κλεφταρματολού σε όλη τη γήινη μεγαλοπρέπειά του. Πολλά πράγματα για αυτόν μας αποκαλύπτουν οι επιλογές του. Ο κοινός κώδικας επικοινωνίας που έβρισκε με αγωνιστές όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Ανδρούτσος, ο Μακρυγιάννης αποκαλύπτει ένα κοινό σημείο: Όλοι τους κάποια στιγμή βρέθηκαν απολογούμενοι μπροστά στην αυτόκλητη «ανώτερη» τάξη της επαναστατημένης Ελλάδας, στοιχείο που τους κατατάσσει αυτόματα στη χορεία των πιο αυθεντικών εκφραστών του «λαϊκού ‘21». Ένας κοινωνικά απόβλητος γιος μιας παραστρατημένης καλόγριας που έγινε διαδοχικά πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη, τσοχαντάρης (σωματοφύλακας) του Αλή-Πασά, αρματολός στα Άγραφα, αρχιστράτηγος, Γενικός Αρχηγός, αναζωογονητής του Αγώνα στη Ρούμελη, νικητής του Κιουταχή σε πολλές μάχες και οργανωτής του μεγαλύτερου στρατοπέδου που γνώρισε το 1821 δε μπορεί παρά να διεκδικεί τις δάφνες του λαϊκού ήρωα. Δυστυχώς, η αξία του έμελλε να γίνει αισθητή μετά τον θάνατό του. Όταν σκοτώθηκε ήταν ήδη αναγνωρισμένος αρχηγός και διέθετε χιλιάδες πιστούς και αφοσιωμένους άνδρες, ήταν δε έτοιμος να τελειώσει μια για πάντα την υπόθεση της Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδας λύνοντας την πολιορκία της Ακρόπολης με τον τρόπο που μόνο εκείνος ήξερε. Η φιλοτιμία του να τρέχει στην πρώτη γραμμή και να φροντίζει τους άνδρες του σαν καλός κλέφτης, του κόστισε πολύ ακριβά. Σύμφωνα με τον Περραιβό, έφυγε συγκινημένος σε ένα νεκροκρέβατο στη Σαλαμίνα και αποχαιρέτησε τους συντρόφους του με θερμά, πατριωτικά λόγια για τον Αγώνα στον οποίον είχε αφοσιωθεί ολόψυχα παρακινώντας τους με χωρατά και δάκρυα στα μάτια να είναι «μονιασμένοι και να βαστήξουν την πατρίδα» (Μακρυγιάννης). Η λιτή διαθήκη του ήταν για τις «τσούπες» του, την αγαπημένη του Τουρκάλα Μαριγώ που τον λάτρευε σαν θεό και τον ακολουθούσε πάντα ντυμένη με ανδρική ενδυμασία, τους «γραμματικούς» και τους «τζαουσάδες» του. Κι αυτή θα ήταν η αψεγάδιαστη, επιλογική εντύπωση που θα φωτογράφιζε στους αιώνες των αιώνων το όνομα «Γεώργιος Καραισκάκης» σε κάθε σχολική επέτειο, ταιριαστά αποκαθαρμένο από τον παλιό, «χυδαίο» εαυτό του, αν ο Κασομούλης δεν έκρινε σκόπιμο να σώσει τα τελευταία λόγια που ο καπετάνιος φώναξε στους Τούρκους καθώς έπεφτε τραυματισμένος στη βουβωνική χώρα, εκείνη την «φαρμακωμένη» Πέμπτη της 22ας Απριλίου του 1827, μια μέρα πριν την ονομαστική του εορτή, έφιππος κοντά σε ένα πρόχειρο προμαχώνα κάπου στο σημερινό Νέο Φάληρο: «Κλάστε μου τώρα τον πούτζον!….»

Σε μια επιστολή του ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γράφει αυτά που ο Νίκος Καλογερόπουλος και ο Β. Παπακωνσταντίνου έκαναν τραγούδι. Δείτε το βίντεο:

http://pekp.gr/

Αναρτήθηκε στις ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΡΘΡΑ. Leave a Comment »

Η γλώσσα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821


Η καθημερινή ομιλία των αγωνιστών του 1821, αλλά και γενικότερα της κλεφτουριάς, δεν είχε βέβαια τίποτα από εξιδανικευμένο των επισήμων εγγράφων που έφτασαν μέχρι σε εμάς, αυτά ήταν γραμμένα από μορφωμένους. Φαναριώτες ή λογιότατους, ακόμα και αυθεντικές διηγήσεις των αγωνιστών έχουν τύχει της ωραιοποίησεως των γραμματέων οι οποίοι μετέφεραν στο χαρτί τις διηγήσεις των αγραμμάτων πολεμιστών.

Έτσι τα κείμενα του Ν. Κασομούλης και του Μακρυγιάννη αλλά και οι σκόρπιες περιγραφές από περιστατικά μας δίνουν μια εικόνα για ποια γλώσσα μιλούσαν οι Έλληνες κατά την επανάσταση. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι αγωνιστές πολλές φορές ήταν δίγλωσσοι ή και τρίγλωσσοι, Μίλαγαν δηλαδή Ελληνικά, Αρβανίτικα, Τούρκικα, Βλάχικα και Σλάβικα.

Ένα μέσον για να «ανάψουν τα αίματα» πριν την μάχη ήταν η βωμολοχία, αυτή περιλάμβανε βρισιές που είχαν να κάνουν με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, την ιδιαιτερότητα (κουσούρια), την οικογενειακή κατάσταση, υπενθύμηση παλαιοτέρων συμβάντων κλπ.

Ας δούμε όμως μερικά παραδείγματα από τις εν λόγω λογομαχίες των αγωνιστών με Τουρκαλβανούς αντίπαλους ή και Έλληνες συμπολεμιστές.

ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ

Θ. Κολοκοτρώνη: «σκατόβλαχο» τον αποκαλεί ο προύχοντας της Πελοποννήσου Κανέλλος Δεληγιάννης. «Γέρο του Μωριά» είναι το πιο σύνηθες.
Παπαφλέσσα: «Αλιτήριο» και «εξωλέστατο» τον ονομάζει ιερωμένος Π. Π. Γερμανός.
Γεώργιου Καραϊσκάκη: Το σύνηθες παρατσούκλι ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς»

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ

Στο Μεσολόγγι ένας Τούρκος από τον Μωρία που ήξερε καλά Ελληνικά άρχισε τις βλαστήμιες είπε για την Παναγία , τον Σταυρό, την κολυμπήθρα. Ένας Κραβαρίτης πολεμιστής από του Μακρή την ντάπια του λέει:
– Ωρέ Τούρκε έσωσες βλαστημώντας ή ακόμα;
– Έσωσα!
– Άκουσε λοιπόν: Να χέσω τον Μωχαμέτη σας, να χέσω τον Αλή, να χέσω τη Σερίφ, να σας χέσω το χατζηλίκι σας , να σας χέσω τον τάφο του Μωχαμέτη σας, να χέσω τον Σουλτάνο σας και όλα τα ρετζιάλια του, να χέσω τα τζαμιά σας και τους τεκέδες σας, να χέσω το κοράνι σας, να χέσω τον βεζίρη σας Κουταγιά και όλους τους πασάδες σας, τους μπουλουκμπασιάδες σας και το ασκέρι σας, να χέσω και τα δικά σου μούτρα, το κεφάλι σου, τα φρύδια σου, το στόμα σου, τα χέρια σου, τα νύχια σου, να χέσω τα άρματά σου, τα πιστόλια σου, το τουφέκι σου, το γιαταγάνι σου, να χέσω το τσιμπούκι σου, να χέσω την σακούλα του καπνού σου, τις φούντες της σακούλας (όλα τα είπε με μια πνοή, μόλις άκουσε και το τελευταίο και ενώ ήταν έτοιμος να συνεχίσει πετάχτηκε ο Τούρκος)
– Ουχ ο κερατάς, τίποτις δεν άφησε άχεστο… Νισάφι βρε, δεν ξαναβλαστημώ.
Έβαλαν τα γέλια τα δύο ασκέρια και οι Τούρκοι βρίζανε τον δικό τους που έδωσε αφορμή για τέτοιες βρισιές.

ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ

Ι. Το 1823 ο Καραϊσκάκης λέει στον απεσταλμένο του αρχηγού του στρατεύματος των Τρικάλων Σιλιχτάρ Μπόδα: «Έλα, σκατότουρκε… έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους έλα ν” ακούσεις τα κερατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε «από ημάς» συνθήκην με «έναν» κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα!».

ΙΙ. Σε Τούρκο συνομιλητή του λέει «Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν και τώρα και πάντα».

ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ι. Ο Καραϊσκάκης στην πρόταση συμφιλίωσης που του στέλνει στα 1824 με επιστολή ο οπλαρχηγός της Ρούμελης Ν. Στορνάρης του γράφει: «Γενναιότατε αδελφέ καπ. Νικόλα, …είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια [τουρκικά όργανα του ιππικού] ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες (ελληνικά όργανα). Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ…». Η ανταπάντηση ήρθε στο ίδιο κλίμα: «Επειδή έχεις και τουμπλέκια και τρουμπέτες βάστα, λοιπόν, διότι ο πούτζος μας και με τουμπλέκια και με τρουμπέτες θέλει σε κυνηγήσει…».

ΙΙ. Όταν τον δίκαζαν τον Καραϊσκάκη είπε στο δικαστή για να δικαιολογήσει την βωμολοχούσα γλώσσα του:
– Κυρ – Πάνο είσαι περίπου 70 χρονών. Σου έχω πεί πολλές φορές να κόψεις το χούϊ που έχεις να γκαστρώνεις τις τσούπρες. Εσύ όμως δεν τόκοψες;

ΙΙΙ. Διήγηση του Μακρυγιάννη :
Πήρα κ” εγώ καμπόσους του Νοταρά ανθρώπους και του Σισίνη.
Ο Κουντουργιώτης πήγε εις τη Νύδρα κι” άφησε εις το ποδάρι του τον Αναγνώστη Οικονόμο Νυδραίο.
Του είπα να μου δώση αυτούς τους μιστούς να πλερώσω τους ανθρώπους και να λάβω κι” ό,τι έδωσα.
Λέγει του Παπαφλέσια, μου δίνει τους παράδες, ό,τι μο” “κανε όμως να του χαρίσω τις πιστιόλες μου, ότι τις λιμπίστη.
Του παράγγειλα κ” εγώ «να του γαμήσω το κέρατο, όχι θα του δώσω τ” άρματά μου, οπού τα “χω από δεκοχτώ χρονών παιδί». Τον μούτζωσα και δεν του ξαναμίλησα. Πήγε κι” ο Κωσταντής Λευκάδιος και του ζήτησε τους μιστούς, και του πήρε τις πιστιόλες του. Κ” είχε ξύλινες “σ το ζουνάρι του τον ρώτησα και μου το είπε. «Ορίστε κι” Αρβανίτικη αρετή. Ως τώρα είχαμε Βλάχικη, Κεφαλλωνίτικη, Φαναργιώτικη ορίστε κι” Αρβανίτικη. Να δικαιοσύνη, να κυβερνήται των νέων Ελλήνων»!

IV. Στα χρόνια του Καποδίστρια έγινε το πιο κάτω περιστατικό :
Στη Σαλαμίνα βρισκόντουσαν, ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης περπατούσαν στην αγορά διασκεδάζοντας. Λέει ο Πανουργιάς στον Δυοβουνιώτη:
«Αι συμπέθερε! Όλοι οι στρατιωτικοί ευρίσκονται εις δουλειά. Εμείς τι θα κάμωμε;»
«Εμείς Να μπερμπερίσουμε τα αρχείδια μας».
«Το κάμνεις ;»
«Πληρώνεις ;»
«Ναι»
«Πηγαίνουμε να βρούμε μπαρμπέρη».
Άκουσαν οι άλλοι και γέλασαν, έφτασαν στο εργαστήριο του μπαρμπέρη συμφώνησαν για την τιμή (ένα ρουμπιγέν) . Ο Δυοβουνιώτης χωρίς ντροπή λύνει τα βρακιά του και κάθεται στο κάθισμα με τεντωμένα τα σκέλη. Ο μπαρμπέρης αρχίζει να τον μπαρμπερίζει. Βλέποντας ο κόσμος έτρεξαν και φώναζαν και άλλους να δουν, έτσι μαζεύτηκε πλήθος κόσμου που γελούσε, ο δε Δυοβουνιώτης, ο συμπέθερός Πανουργιάς και ο μπαρμπερης ήταν αδιάφοροι λέει δε κάποιος:
«Να οι αρχηγοί που μας διοικούσαν και θέλαμε και λευτεριά…»
«Άιδε συ σώπα , και μη σε μέλλει τι γίνεται» λέει γελώντας ο Δυοβουνιώτης
Αφού δε τελείωσε η εργασία ο Δυοβουνιώτης έδεσε τα βρακιά του και αναχώρησε αδιάφορα, όταν δε τον ρωτούσαν γιατί το έκανε, έλεγε:
«Γιατί και ο Κυβερνήτης μπαρμπερίζει τα μουστάκια του».

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ

Ι. Η Ελένη Σταθή στο Μεσολόγγι πήγε στο πηγάδι, γέμισε με νερό την νεροβαρέλα και τότε μια μπάλα κανονιού έπεσε εκεί και της την έσπασε χωρίς η ίδια να πάθει τίποτα και τότε μονολόγησε:
«Μπα ! κακό καιρό νάχεις για μπάλα και εκείνος που σ έριχνε …. Και δεν έχω άλλην βαρέλα και τι θα γένω!».

II. Ο Ν. Κασομούλης στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος σ” ένα περιστατικό που αφορά τον -ως Υδραίο- αρβανιτόφωνο Κουντουριώτη, καταγράφει την παροιμία που αυτός ανεφώνησε εις άπταιστον αλβανικήν «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρ» (που θα πει «πήγε με άλογο, γύρισε με γαϊδούρι».

ΙΙΙ. Στο νεκροκρέβατο ο Καραϊσκάκης είπε:
«Ξέρω τον αίτιο κι αν ζήσω του παίρνω το χάκι (εκδίκηση), ειδέ και πεθάνω ας μου κλάσουνε τον πούτζο! Κι αυτός τι κέρδισε;»

IV. Ήταν γιορτή του Αγιαννιού δεκατεσσάρων χρονών ο Μακρυγιάννης πήγε στο πανηγύρι στην Δεσφίνα. Εκεί ένας πατριώτης του έδωσε να βαστά το τουφέκι του, αυτός θέλησε να ρίξει και αυτό «ετζακίστη». Τότε τον έπιασε στο ξύλο μπρος σ όλο τον κόσμο. Δεν άντεξε την ντροπή και πήγε στον Άγιο τον οποίο έβαλε κριτή. (Μπαίνω την νύχτα μέσα στην εκκλησιά του και κλειώ την πόρτα κι αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες «τ΄ είναι αυτό οπού ΄γινε σ εμένα, γομάρι είμαι να με δέρνουν» Και τον περικαλώ να μου δώσει άρματα καλά κι ασημένια)

V. Έσκασε μια μπόμπα στο καράβι του Μιαούλη, αργότερα ανέβηκε στην καπιτάνα του ο Σαχτούρης τον βρήκε με κατεβασμένη τη φεσάρα ως τα φρύδια. Ο Μιαούλης κοίταζε στραβά τα τούρκικα δίκροτα και είπε «Τους κερατάδες ! Μου χύσανε την φασουλάδα μου».

VI. Ένας Φρατζέζος συνταγματάρχης ο Βουτέ, που ήταν και ερασιτέχνης ζωγράφος, παρακάλεσε τον Κανάρη να ποζάρει για να του κάνει το σκίτσο, όταν το τελείωσε του τό ΄δωσε να το δει, και ο Κανάρης γελώντας είπε σε κάποιο που είχε γύρει να το δει και αυτός «Για κοίτα κει, μηρέ Γιώργο! Κάποτες που πήγα στην Μαρσίλια στοχάστηκα να φτιάξω τη ζωγραφιά μου, μα μου γυρέψανε πολλά γρόσια. Τώρα μου την κάνουν τζάμπα»!

ΔΙΑΤΑΓΕΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Ι. Ο Καραϊσκάκης είχε ένα πολιόβρακο, που το φόραγε σε όποιον δείλιαζε, το «βρακί της Κατερίνας». Όταν λοιπόν έβλεπε τέτοια συμπτώματα φώναζε «το βρακί της Κατερίνας φέρτε μου» και όλοι κέρωναν.

ΙΙ. Ο Μιαούλης στεκόταν σιμά στα ξάρτια και ατάραχος αγνάντευε την θάλασσα να λυσσομανά. Δίπλα του στεκόταν ο λοστρόμος. Το τσούρμο πιο πέρα γονατιστό παρακάλαγε την Παναγιά να τους γλυτώσει. Το κακό μεγάλωνε πήρανε σκοινί και δέσανε την εικόνα και την ρίξανε στη θάλασσα να την μερώσει η χάρη της. Σαν είδε τα καμώματά τους ο Μιαούλης γυρίζει και λέει στο λοστρόμο: «Αν ήμουνα εγώ Παναγιά θα τους έπνιγα όλους αυτούς τους μασκαράδες, που έχουνε χέρια και άρμενα και καρτεράνε να τους γλυτώσει το εικόνισμα! Σύρε πες τους να το βάλουν στον τόπο του και νάναι έτοιμοι να μανουβράρουνε καθώς θα τους παραγγείλω, εγώ παίρνω επάνω μου να τους γλυτώσω».

ΠΑΡΑΚΑΛΙΑ

Στο Μεσολόγγι οι Έλληνες εργάτες (σκλάβοι) των Τούρκων φώναζαν στους πολιορκούμενους «Είμαστε χριστιανοί, πατριώτες ! Σκοτώστε μας για να πάρουν τέλος τα βάσανά μας».

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ

Ι. Λίγο πριν μια επίθεση των Τούρκων στο Μεσολόγγι γίνηκε ο ποιο κάτω διάλογος :
– Έχει ωρέ ο κοτζαμπάσης κόρη;
– Έχει
– Έχει και ο παπάς κόρη;
– Και ποια είναι η ομορφότερη;
– Κι οι δύο όμορφες είναι.
– Αμέ τότες να τους πεις να πλυθούν.
– Γιατί ωρέ Τούρκε;
– Γιατί αύριο ισαλά θα μπω και δεν θέλω να τις βρω άπλυτες.
Και φυσικά μετά από αυτό άρχισε το τουφεκίδι .

ΙΙ. Διάλογος στο Μεσολόγγι :
– Αχ ντουφέκι να τόχα εγώ καημένε
– Τι το θες ωρέ
– Γιατί εμένα μου πρέπει να τόχω. Ξέρεις Αγά;
– Τι
– Να μου το φυλάξεις και σου χαρίζω τη ζωή άμα σε πιάσω.
– Τι λες μωρέ καημένε ; είσαι παλαβός ;
– Κλάνε λίγο έτσι να δω τι σημάδια έχεις ;
– Το κεφάλι θα σου πάρω.
– Καλά αγά εγώ έχω τα χέρια μου και δε σ αφήνω .
– Πρώτα θα σου πάρω το τουφέκι κ ύστερα το κεφάλι.
– Αμ έχω και μπιστόλες αγά.
– Και αυτές θα στις πάρω.
– Αμ έχω το γιαταγάνι αγά.
– Με το φτυάρι και το χώμα θα σε κυνηγώ ως τους Κορφούς και τότε στα παίρνω όλα.
– Φύλαξέ μου το τουφέκι, είδα όνειρο πως θα σου το πάρω.
– Να μου φας το σκατό κερατά!
Και άρχισε το τουφεκίδι.

ΙΙΙ. Στο Μεσολόγγι ένας Τουρκοκρητικός πλησίαζε με την βάρκα και φώναζε «Μωρέ θέλω την νύφη του Παπά».

ΙV. Ο Καραϊσκάκης όταν ήταν άρρωστος προκειμένου να διαπιστώσει τις ιατρικές ικανότητες ενός Ευρωπαίου ιατρού, μέσα στο κρεβάτι του έβαλε ένα από τα παλικαριά του, αυτό λοιπόν έδωσε το χέρι του για να πάρει τον σφυγμό ο ιατρός, ο οποίος μετά από πολύ περίσκεψη έβγαλε την διάγνωση:
– Οι δυνάμεις σου στρατηγέ πέσανε πολύ.
Τότε τίναξε τα σκεπάσματα και ο γιατρός έμεινε ξερός βλέποντας το χέρι του παλικαριού
– Ο πούτζος μου έπεσε ωρέ κι όχι οι δυνάμεις μου.

ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

Ι. Ο Κιουταχής έστειλε τον Καραταίτη για να μιλήσουν για ειρήνη με τον Καραϊσκάκη. Κι ο Καραϊσκάκης με τα… γαλλικά του:
– Έλα δω Σκατότουρκε, έλα δω Εβραίε, σταλμένε από τους Γύφτους, έλα να ακούσεις τα κέρατα σας! Τι θαρέψατε κι είναι ο πόλεμος και τον εκάνατε; Και τώρα δε ντρέπεστε να ζητάτε ειρήνη με κοτζάμ σκατοσουλτάνο Μαχμούτη που έχετε; Να χέσω κι αυτόν και τον βεζίρη σας και τον Σαλιχτέρ Μποδά την πουτάνα! Άμα ζήσω, θα τους γαμήσω, άμα πεθάνω θα μου κλάσουν τον μπούτζον»
– Θα σηκωθώ φωνάζει στον Καραταίτη να φάγω κρέας από σένα, βρωμιάρη, να πάρω το δίκιο μου ! Ή ρθες εδώ ίσια στο ορδί μου, τάχατες για φίλος, άπιστε άνθρωπε όμοιε με τους αφεντάδες σου!
– Ε ωρέ Καραϊσκάκη φτάνει! Μ έβρισες κι εμένα και την Τουρκιά. Άφησε τα λόγια να δούμε τι θα κάμουμε.
– Να, του αποκρίνεται δείχνοντας τους καπεταναίους, μ αυτούς τους πουτζαράδες κάνε συμφωνίες. Εγώ είμαι άρρωστος και δεν μπορώ να ακούω τις φαφλαταριές σου.

ΙΙ. Επιστολή Καραϊσκάκη προς τους οπλαρχηγούς:
Εις όλους εσάς όπου ρίχνετε την παταργιά εις την ράχη. Τι σας χρειάζεται παταργιά, κερατάδες ή θέλετε να γυρίσω οπίσω να κάψω εσάς και τα παιδιά σας; Να γκρεμιστήτε από αυτού να μη σας πάρει ο διάολος. Όχι άλλο.
Να και η απάντηση:
– Κερατά! Όλοι να σου γαμήσουμε το κέρατο. Τι παντυχαίνεις, με καυσίματα πολεμάς να φοβερίζεις; Αυτό όπου εβρήκες δε μας γλυτώνεις
Στορνάρης Ράγκος

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ

Μια Τουρκοπούλα από την Τρίπολη μετά την κατάληψη της πόλης έμεινε μόνη την πήρε λοιπόν ο Καραϊσκάκης την βάφτισε Μαρία και την είχε στο στρατόπεδο του ψυχοκόρη. Η Μαρία ντύθηκε αγόρι με φουστανέλα και την φώναζαν Ζαφείρη, έτσι για να μη σκανταλίζει, ήταν το αίσθημα του χωρίς έρωτα, η ορτινάτζα του, που του στάθηκε μέχρι τον θάνατό του.
Όταν λοιπόν όταν επισκέφτηκε την γυναίκα του στον Κάλαμο το νησάκι που είχε ασφαλίσει την φαμελιά του είχε μαζί του και τον Ζαφείρη. Η καπετάνισσα την τσίλιαρε και κατάλαβε ότι ήταν γυναίκα, το είδε αυτό ο Καραϊσκάκης και της λέει «Έγνοια σου μωρή, μη μου χολιάζεις έχω και για σένα…» Μετά από επτά μήνες γεννήθηκε ο γιος του ο Σταύρος.

Συνέγραψε Αίολος
ΠΗΓΗ: Αιολική γη 22 /2/ 2008

http://pekp.gr/

Αναρτήθηκε στις ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΡΘΡΑ. Leave a Comment »

ΕΝΑ ΣΚΙΤΣΟ ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ….


            Από την Ηλία Μακρή

Αναρτήθηκε στις ΑΡΘΡΑ από Blogs. Leave a Comment »

Το επερχόμενο αδιέξοδο


ΠΟΛΙΤΙΚΗ 15.03.2015

Προσπαθώντας να χαρακτηρίσει κανείς το ύφος και το περιεχόμενο της διακυβέρνησης της χώρας στο μικρό αλλά πυκνό διάστημα από τις εκλογές του Ιανουαρίου έως σήμερα, μπορεί να διακρίνει τέσσερα βασικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η ένδεια έργου, αποτέλεσμα ανεπαρκούς προετοιμασίας και ερασιτεχνισμού. Αυτή συνυπάρχει με μια ασυγκράτητη και συχνά αντιφατική και αυτοαναιρούμενη δημόσια φλυαρία. Το δεύτερο στοιχείο είναι η συνολική υποχώρηση σε όλα τα βασικά αιτήματα που είχε εγείρει ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση σε σχέση με το θέμα του δανεισμού της χώρας, από την κατάργηση του Μνημονίου και της τρόικας ώς το «κούρεμα» του χρέους. Οχι μόνο δεν πέτυχε κάτι θετικό έως τώρα, αλλά έθεσε τη χώρα σε μια επικίνδυνη τροχιά, τόσο σε σχέση με την κατάσταση της πραγματικής οικονομίας που εμφανίζει συμπτώματα κατάρρευσης όσο και ως προς το διαπραγματευτικό κεφάλαιο της Ελλάδας που έχει υποστεί τεράστια φθορά. Το τρίτο στοιχείο είναι η εκφορά ενός επιθετικού και συναισθηματικού εθνικιστικού λόγου με έντονο πολωτικό χαρακτήρα, που χρησιμοποιείται για να καλύψει τις διάφορες υποχωρήσεις και άστοχες ενέργειες της κυβέρνησης. Το τέταρτο, τέλος, στοιχείο είναι η ανησυχητική ροπή προς διακηρύξεις (και ενδεχομένως πράξεις) σε τομείς δίχως δημοσιονομικό περιεχόμενο που χαρακτηρίζονται από μια λογική έντονου και ισοπεδωτικού λαϊκισμού (π.χ. πρότυπα σχολεία, αριστεία κ.λπ.).

Ολα αυτά είναι γνωστά. Εδώ προκύπτει όμως ένα διπλό ερώτημα. Πώς συνδυάζονται μεταξύ τους αυτά τα τέσσερα στοιχεία και πού μπορούν να οδηγήσουν στο άμεσο μέλλον;

Το κεντρικό χαρακτηριστικό αυτού του τετραπλού πακέτου είναι η κυριαρχία της επικοινωνίας πάνω στην ουσία. Ισως δεν πρέπει να εκπλήσσει κάτι τέτοιο, αφού εκεί βρισκόταν πάντοτε η ισχύς της ελληνικής Αριστεράς, αλλά και των ανθρώπων που κυριαρχούν στο εσωτερικό της, δηλαδή των πανεπιστημιακών: πολλή κουβέντα, ελάχιστη ουσία. Οσοι είχαν έστω και ελάχιστη επαφή στη ζωή τους με τον λεγόμενο φοιτητικό συνδικαλισμό εύκολα αναγνωρίζουν στη σημερινή κυβέρνηση το ύφος και τα χαρακτηριστικά του φαινομένου αυτού.

Μέχρι τώρα, η επικοινωνιακή αυτή τακτική ωφέλησε την κυβέρνηση. Η προσπάθεια να επιτευχθεί μια καλύτερη συμφωνία με τους δανειστές ήταν ορθή (άσχετα με το πώς υλοποιήθηκε) και ως τέτοια είχε θετική αποδοχή, ενώ η εθνική υπερηφάνεια είναι ένα στοιχείο της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας που κινητοποιείται με ιδιαίτερη ευκολία. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραβλέπουμε πως τα ποσοστά αποδοχής μιας καινούργιας και άφθαρτης κυβέρνησης είναι πάντοτε υψηλά. Τέλος, τα αποτελέσματα της διάλυσης της οικονομίας δεν έχουν φανεί ακόμη για τους περισσότερους, ενώ αρκετοί είναι εκείνοι που βλέπουν μόνο τη θετική πλευρά της άτυπης στάσης πληρωμών φόρων και δανειακών δόσεων, χωρίς να αντιλαμβάνονται τις καταστροφικές τους συνέπειες που θα έρθουν σε λίγο.

Το πρόβλημα όμως με την επικοινωνιακή πολιτική είναι πως πολύ σύντομα φθάνει στα όριά της καθώς η κυβέρνηση δεν δείχνει ικανή να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ρευστότητας που έχει, ούτε εσωτερικά αλλά ούτε και εξωτερικά (προχωρώντας δηλαδή σε κάποιες μεταρρυθμίσεις που θα αποδέσμευαν ένα κομμάτι της περίφημης τελευταίας δόσης του Μνημονίου). Εκείνο που είναι εντελώς τραγικό είναι πως για το αδιέξοδο αυτό ευθυνόμαστε αποκλειστικά εμείς. Βυθιζόμαστε, την ίδια στιγμή που μια μοναδική συγκυρία (το χαμηλό ευρώ, τα χαμηλά επιτόκια, το φτηνό πετρέλαιο, η ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ και το πακέτο Γιουνκέρ) δημιουργεί μια μοναδική προοπτική ανάκαμψης των ευρωπαϊκών οικονομιών. Είναι ήδη εξόφθαλμη η απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα από τη μια και την Πορτογαλία και την Κύπρο από την άλλη, και κάθε μέρα που περνάει αυξάνεται. Για να χρησιμοποιήσω έναν τεχνικό όρο, το «κόστος ευκαιρίας» των πρόωρων εκλογών και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε τεράστιο, ενδεχομένως ιστορικής σημασίας, για τη χώρα.

Με δεδομένη την κατάρρευση των οικονομικών δεικτών και αυξημένο το ενδεχόμενο η κυβέρνηση να μην μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, είναι πολύ πιθανό πως βαδίζουμε προς κάποιου είδους «ατύχημα». Το τι ακριβώς μορφή θα πάρει αυτό παραμένει ακόμη άγνωστο. Μπορώ πάντως να υποθέσω τέσσερις πιθανές εξελίξεις ως προς τις πολιτικές συνέπειες του επερχόμενου οικονομικού αδιεξόδου.

Η πρώτη είναι μια άμεση και ριζική στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς την Ευρώπη και την αγορά. Δύσκολο να γίνει και εξίσου δύσκολο να υλοποιηθεί. Η δεύτερη πιθανότητα είναι πως η κυβέρνηση θα κατορθώσει να επιβιώσει όπως όπως ώς τον Ιούνιο, με τη βοήθεια κυρίως των δυνάμεων εκείνων της Ευρώπης που θέλουν να σώσουν τα πράγματα και να μας κρατήσουν μέσα στο ευρώ. Με τη μείωση των εξωτερικών μας οικονομικών υποχρεώσεων και τη σχετική άρση της δηλητηριώδους αβεβαιότητας που θα ακολουθήσουν, το οικονομικό τέλμα που θα επέλθει θα μοιάζει, αρχικά τουλάχιστον, με σωτηρία. Και αυτή η εξέλιξη είναι μάλλον απίθανη αν αληθεύουν τα όσα λέγονται για την υπάρχουσα ρευστότητα. Η τρίτη εκδοχή είναι η πτώση της κυβέρνησης και η αντικατάστασή της από ένα ευρύτερο πολυκομματικό σχήμα που θα κληθεί να σώσει τη χώρα κυριολεκτικά στο παρά πέντε. Η τελευταία εκδοχή είναι βέβαια η κατάρρευση και όλα όσα θα την ακολουθήσουν, με πραγματικό κίνδυνο τότε και για τη δημοκρατική νομιμότητα.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ανασυγκροτήθηκε το Δ.Σ της Δ.Ο.Ε.


th

Μετά την παραίτηση του Χαράλαμπου Κόκκινου από τη θέση του Προέδρου της ΔΟΕ, το Δ.Σ. ανασυγκροτήθηκε ως εξής:

Πρόεδρος: Κικινής Αθανάσιος

Αντιπρόεδρος: Μαντάς Κομνηνός

Γ. Γραμματέας: Οικονόμου Τριαντάφυλλος

Ειδ. Γραμματέας: Πετράκης Σταύρος

Οργ. Γραμματέας και Ταμίας: Φασφαλής Νίκος

Υπ. Βιβλιοθήκης και εκδόσεων: Κόκκινος Χαράλαμπος

Μέλη: Πολυχρονιάδης Δημήτρης, Σμήλιος Ηλίας, Δριμάλα Θεοδώρα, Ζορμπάς Αχιλλέας, Καλόγηρος Νίκος

Τα θερμά μου συγχαρητήρια στο Θανάση Κικινή και στον Οικονόμου Τριαντάφυλλο, για τις νέες τους θέσεις. Εύχομαι καλή  και δημιουργική θητεία σε όλα τα Μέλη του Δ.Σ. για το καλό της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 107 other followers